ΑΠΟΣΤΟΛΗ, ΣΚΟΠΟΣ, ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ
ΗΛΙΑ ΚΩΤΣΑΚΗ, τέως Προέδρου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου.

1.Κάθε πολιτεία, με οποιουδήποτε είδους πολίτευμα, κάθε κοινωνία, με οποιαδήποτε οργάνωση, κάθε οικονομία, οποιασδήποτε μορφής, για να ζει, να λειτουργεί, να αναπτύσσεται, να προοδεύει, να πετυχαίνει τους στόχους και να εκπληρώνει τους σκοπούς της έχει ανάγκη από θεσμούς, οι οποίοι να καλύπτουν όλο το φάσμα των σκοπών και των επιδιώξεών της
2.Θεσμός γενικά είναι ένας νομικός οργανισμός που συντίθεται από κανόνες δικαίου, γραπτού ή εθιμικού, ο οποίος σκοπό και αποστολή έχει την επιτέλεση ορισμένου έργου.
3.Το έργο αυτό μπορεί να είναι απλό ή σύνθετο. Μπορεί να είναι μόνο θρησκευτικό ή πολιτικό ή κοινωνικό ή οικονομικό ή αμυντικό ή εκπαιδευτικό ή δικαιοδοτικό ή εμπορικό ή φιλανθρωπικό ή πολιτιστικό κλπ. Μπορεί όμως να είναι συγχρόνως εκπαιδευτικό και πολιτιστικό ή πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό κ.λπ.
4.Συστατικά στοιχεία της δημιουργίας ενός θεσμού είναι κανόνες δικαίου. Συστατικά στοιχεία των πρώτων θεσμών που εμφανίστηκαν στην ανθρωπότητα ήταν κανόνες εθιμικού δικαίου. Με τη γραπτή όμως διατύπωση των κανόνων δικαίου συστατικά στοιχεία των θεσμών έγιναν οι νόμοι.
5.Σήμερα, κατά κανόνα, οι θεσμοί γενεσιουργή αιτία έχουν τον νόμο και ρυθμίζονται από κανόνες γραπτού δικαίου και κατ’ εξαίρεση δημιουργούνται ή ρυθμίζονται από κανόνες εθιμικού δικαίου.
6.Οι θεσμοί μεταξύ τους δεν είναι ισοϋψείς, ούτε έχουν την ίδια βαρύτητα, σημασία, σπουδαιότητα και  χρησιμότητα για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Άλλοι είναι σημαντικοί και άλλοι έχουν περιορισμένη σημασία. Μερικοί έχουν βραχύβια ιστορία και άλλοι μακροχρόνια. Βραχύβια ιστορία είχαν οι θεσμοί που είχαν περιορισμένη σημασία ή  ξεπεράστηκαν από την πραγματικότητα και την εξέλιξη και έσβησαν, είτε διότι έγιναν περιττοί και δεν είχε νόημα η ύπαρξή τους, είτε διότι έπαυσαν να είναι χρήσιμοι για τον σκοπό που υπηρετούσαν. Την τύχη των θεσμών αυτών θα έχει και κάθε άλλος θεσμός που θα ξεπερασθεί από την εξέλιξη της κοινωνίας, την ανάπτυξη της οικονομίας και την πρόοδο της επιστήμης ή θα παύσει να είναι χρήσιμος για τον σκοπό που υπηρετεί.
7.Μακροχρόνια ιστορία έχουν οι σημαντικοί θεσμοί που επιτελούν έργα υψίστης σημασίας για τις ανθρώπινες κοινωνίες και για τον άνθρωπο. Οι θεσμοί αυτοί έχουν ζωή αιώνων, δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα με τη δημιουργία των πρώτων ανθρώπινων κοινωνιών, έζησαν στις πρωτόγονες κοινωνίες, επιβίωσαν στην ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών, προσαρμοζόμενοι κάθε φορά στις εξελίξεις της κοινωνίας, στην ανάπτυξη της οικονομίας, στην πρόοδο και τα επιτεύγματα της επιστήμης και ζουν και σήμερα εκσυγχρονιζόμενοι διαρκώς. Τέτοιοι θεσμοί είναι ο θρησκευτικός, ο οικογενειακός, ο κοινωνικός, ο πολιτικός, ο οικονομικός, ο δικαιοδοτικός, ο αμυντικός, ο εκπαιδευτικός.
8.Μεταξύ των σημαντικών θεσμών κατατάσσεται και  ο συμβολαιο­γραφικός.
9.Ο συμβολαιογραφικός θεσμός είναι ένας από τους αρχαιότερους και σπουδαιότερους θεσμούς της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι γέννημα και θρέμμα των συναλλαγών και προστάτης αυτών. Με τη λειτουργία του επιτυγχάνει πολλαπλά αποτελέσματα, προλαμβάνει διενέξεις, διαφορές και δίκες, που αιτία έχουν τις συναλλαγές, διαφυλάσσει την ατομική και οικογενειακή γαλήνη των ανθρώπων, την κοινωνική ειρήνη και συνοχή και την απρόσκοπτη λειτουργία και πρόοδο της οικονομίας. Είναι ένας σύνθετος κοινωνικός, οικονομικός και δικαιοδοτικός θεσμός  που υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών, την προληπτική δικαιοσύνη, που επικουρεί το κράτος στη δημοσιονομική του πολιτική και συμβάλλει στην ορθή εφαρμογή νόμων που ρυθμίζουν και εξυπηρετούν δημόσια συμφέροντα.
10.Ο συμβολαιογραφικός θεσμός γεννήθηκε ταυτόχρονα με τις πρώτες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. Ανάγει την ίδρυσή του χιλιάδες χρόνια πριν με εθιμικούς κανόνες. Με τη νομική μορφή του εθίμου διήνυσε μεγάλη ιστορική απόσταση, μέχρις ότου στις πολιτισμένες χώρες του τότε γνωστού κόσμου αναγνωρίστηκε και καθιερώθηκε με κανόνες γραπτού δικαίου, ως θεσμός των συναλλαγών και της προληπτικής δικαιοσύνης.
11.Ο συμβολαιογραφικός θεσμός είναι δημιούργημα και επακόλουθο της ανάγκης των κοινωνιών και των ανθρώπων για σταθερότητα, βεβαιότητα και ασφάλεια στις συναλλαγές.
12.Ταυτόχρονα με την εμφάνιση των πρώτων κοινωνικών σχέσεων δημιουργήθηκε ο οικονομικός θεσμός των ανταλλαγών πραγμάτων, ως επακόλουθο της τάσης, της επιθυμίας και της θέλησης των ανθρώπων για βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου με απόκτηση αγαθών, που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν με μόνη την ατομική τους δραστηριότητα.
13.Με την πάροδο του χρόνου και με την εισαγωγή του χρήματος στις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων δημιουργήθηκε η έννοια των συναλλαγών, ευρύτερη της έννοιας των ανταλλαγών πραγμάτων, την οποία αντικατέστησε, όχι πλήρως, αλλά σε πολύ μεγάλο ποσοστό.
14.Οι συναλλαγές κατέλαβαν αμέσως και καταλαμβάνουν και σήμερα σημαντική θέση στη ζωή, στις σχέσεις, στη διαβίωση και τη συμβίωση των ανθρώπων, επηρεάζουν την κοινωνική συνοχή και ειρήνη, συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικής δραστηριότητας των ατόμων, στην οικονομική ανάπτυξη  και στην ατομική, οικογενειακή και κοινωνική πρόοδο.
15.Οι συναλλαγές με τους σημαντικούς σκοπούς που υπηρετούν πρέπει να λειτουργούν ομαλά και να υπάρχει σταθερότητα, βεβαιότητα και ασφάλεια σε αυτές.
16.Ταυτόχρονα με τη γέννηση των ανταλλαγών πραγμάτων και αργότερα των συναλλαγών, παρουσιάσθηκε ένας σοβαρός κίνδυνος που απειλούσε τη σταθερότητα, τη βεβαιότητα και την ασφάλειά τους.
17.Ο κίνδυνος αυτός ήταν η αμνησία, πραγματική ή σκόπιμη και η εσφαλμένη, πραγματική ή κακόπιστη, αντίληψη αυτών που είχαν συμφωνηθεί.
18.Αποτέλεσμα της ηθελημένης ή μη αμνησίας ή της εσφαλμένης αντίληψης των συμφωνηθέντων ήταν να δημιουργείται αβεβαιότητα, αστάθεια και ανασφάλεια στις συναλλαγές, με επακόλουθο διενέξεις και συγκρούσεις ανθρώπων, οικογενειών, κοινωνιών, δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις και ρήγματα στην κοινωνική συνοχή.
19.Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου στις συναλλαγές και για να υπάρχει βεβαιότητα, σταθερότητα και ασφάλεια σε αυτές, έπρεπε να βρεθεί ένας αδιάβλητος τρόπος, μία αδιάβλητη μέθοδος διατήρησης της μνήμης μιας συναλλαγής και των συμφωνηθέντων σε αυτή.
20.Από τις τότε κοινωνίες έγινε δεκτό ότι το έργο της διατήρησης της μνήμης μιας συναλλαγής και των συμφωνηθέντων σε αυτή πρέπει να ανατίθεται σε άτομα με ισχυρή μνήμη, που δεν μετέχουν αμέσως στη συναλλαγή και τα οποία, εκτός από την ισχυρή μνήμη, πρέπει να διαθέτουν ήθος, κύρος και αποδοχή από την κοινωνία.
21.Έτσι το έργο της διατήρησης της μνήμης μιας συναλλαγής και των συμφωνηθέντων σε αυτή ανατέθηκε σε πρόσωπα που είχαν ισχυρή μνήμη, αδιάβλητο ήθος και τεράστιο κύρος στην κοινωνία. Τα πρόσωπα αυτά ονομάσθηκαν «μνήμονες», με αρμοδιότητα τη διατήρηση της μνήμης μιας συναλλαγής και των συμφωνηθέντων σε αυτή.
22.Οι μνήμονες είναι οι πρώτοι συμβολαιογράφοι στην ιστορία της ανθρωπότητας, συνέχεια των οποίων, με διευρυμένες αρμοδιότητες, είναι οι σημερινοί συμβολαιογράφοι.
23.Τη δραστηριότητα και τη διαδικασία άσκησης των καθηκόντων των μνημόνων ρύθμιζαν κανόνες εθιμικού δικαίου, που δημιούργησαν ένα θεσμό ασφάλειας των συναλλαγών και προληπτικής δικαιοσύνης, τον συμβολαιογραφικό θεσμό, που προσαρμοζόμενος στις εκάστοτε σύγχρονες συνθήκες εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα.
24.Οι μνήμονες έγραφαν τα συμφωνηθέντα μεταξύ τρίτων προσώπων στη μνήμη τους και τα αναπαρήγαγαν κάθε φορά που ήταν ανάγκη.
25.Με την εισαγωγή της γραφής και της ανάγνωσης στις επιμέρους κοινωνίες των ανθρώπων, η υπηρεσία των μνημόνων από μνημονική έγινε γραπτή. Τη γερή μνήμη των μνημόνων την αντικατέστησε η ορθή γνώση της γραφής και της ανάγνωσης και η ορθή και ακριβής διατύπωση σε έγγραφα των συμφωνηθέντων στις συναλλαγές. Παρέμειναν όμως ως απαραίτητα προσόντα για τον διορισμό ενός ατόμου ως μνήμονα, για την ορθή, αντικειμενική και αδιάβλητη άσκηση του λειτουργήματός του, το ήθος που διέθετε και το κύρος που είχε στην κοινωνία. Το ήθος και το κύρος στην κοινωνία ήταν απαραίτητα, διότι ο μνήμονας δεν ασκούσε απλώς ένα έργο βιοποριστικό, δεν ασκούσε απλώς ένα επάγγελμα, αλλά ασκούσε ένα λειτούργημα, μία υπηρεσία για δημόσια ωφέλεια, ήταν ένας αξιωματούχος της κοινωνίας.
26.Οι μνήμονες υπαγόντουσαν στον δικαιοδοτικό θεσμό και ήταν λειτουργοί της προληπτικής δικαιοσύνης.
27.Με την εισαγωγή των εγγράφων στη μνημονική διαδικασία ενισχύθηκε περισσότερο ο θεσμός των μνημόνων, διότι τα έγγραφά τους, εκτός από τη διατήρηση της μνήμης μιας συναλλαγής και των συμφωνηθέντων σε αυτή, έγιναν και αποδεικτικά μέσα αυτών.
28.Για να ενισχυθεί το κύρος των εγγράφων τους, οι μνήμονες είχαν υποχρέωση, από γραπτούς κανόνες δικαίου, να καταχωρούν τις πράξεις τους σε δημόσια βιβλία και να τις φυλάσσουν σε δημόσια αρχεία, τα οποία, λόγω της σπουδαιότητας που είχαν για την ασφάλεια των συναλλαγών, συνήθως φυλασσόντουσαν σε ναούς για να έχουν ιερό κύρος και ως εκ τούτου αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Για το λόγο αυτό οι μνήμονες εκαλούντο και «ιερομνήμονες» .
29.Μνήμονες ή ιερομνήμονες υπήρχαν σε όλες τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας και διατηρήθηκαν και στην περίοδο που η χώρα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, με σταδιακή όμως μετονομασία τους σε «Ταβελλίωνες» υπό την επίδραση του Ρωμαϊκού δικαίου, που σταδιακά κατέλαβε τον Ελληνικό χώρο, και του αντίστοιχου Ρωμαϊκού συμβολαιογραφικού θεσμού.
30.Στη Ρώμη τα καθήκοντα των μνημόνων είχαν ανατεθεί σε δημόσιους λειτουργούς, τους «Aediles» (αγορανόμοι), οι οποίοι, εκτός των καθηκόντων τους επίβλεψης της αγοράς και των πράξεων σε αυτή, είχαν αρμοδιότητα και για την κατάρτιση συμβάσεων. Μεταγενέστερα εμφανίζονται στη Ρώμη Aediles (αγορανόμοι) ειδικοί για τη σύνταξη δικαιοπραξιών σύμφωνα με το νόμο και μετέπειτα εμφανίστηκαν οι Ταβελλίωνες, οι οποίοι ασκούσαν δημόσια υπηρεσία και στους οποίους ανατέθηκαν μεταξύ άλλων και καθήκοντα σύνταξης διαθηκών και διαφόρων δικαιοπραξιών, οι οποίες εκτός από τη διατήρηση της  μνήμης των πράξεων αυτών παρείχαν και πλήρη αποδεικτική ισχύ αυτών.
31.Κατά την ελληνιστική περίοδο (αρχίζει με τον Μεγ. Αλέξανδρο (335-323 π.Χ.) και τελειώνει με την κατάκτηση της Αλεξάνδρειας από τον Οκταβιανό Αύγουστο (31 π.Χ. – 14 μ.Χ.)), στις περιοχές της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής, στις οποίες ζούσαν αρκετοί Έλληνες και στις οποίες διαδόθηκε στα έθνη που τις κατοικούσαν η ελληνική γλώσσα, υπήρχε συμβολαιογραφικός θεσμός με αποστολή και έργο τη διατήρηση της μνήμης των συναλλαγών και των συμφωνηθέντων σε αυτές.
32.Οι λειτουργοί του θεσμού αυτού στην Αίγυπτο ονομαζόντουσαν «αγορανόμοι» και ασκούσαν τα καθήκοντά τους σε δημόσια γραφεία, που ονομαζόντουσαν «γράφια» και αργότερα ονομάσθηκαν «μνήμονες» και τα γραφεία τους «μνημονεία».
33.Με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ανατολικό και Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος ο συμβολαιογραφικός θεσμός διατηρείται και εξελίσσεται και στα δύο αυτά κράτη και οι Ταβελλίωνες διατηρούνται ως λειτουργοί του θεσμού αυτού.
34.Με τον σταδιακό εξελληνισμό του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, που από κάποια περίοδο και μετά (από το 395 μ.Χ. κατά την επικρατέστερη άποψη) ονομάζεται από μεταγενέστερους ιστορικούς Βυζάντιο, οι Ταβελλίωνες ονομάζονται με τον λατινογενή όρο «Ταβουλάριοι», ενώ εμφανίζονται στο δίκαιο αυτό με αρμοδιότητα τη σύνταξη δικαιοπραξιών και οι ονομαζόμενοι με τον λατινογενή όρο «Νοτάριοι» ή «Νοδάριοι», που υπήρχαν και στο Ρωμαϊκό δίκαιο και οι οποίοι μεταξύ άλλων καθηκόντων είχαν ως αρμοδιότητα και τη σύνταξη κάθε είδους συμβολαίων. Αργότερα οι λειτουργοί που συντάσσουν διαθήκες και κάθε είδους συμβολαιο­γρα­φικές πράξεις ονομάζονται με τον ελληνογενή όρο «συμβολαιογράφος».
35.Στο Βυζαντινό δίκαιο οι Ταβελλίωνες ή Νοτάριοι ή Νοδάριοι ή Συμβολαιογράφοι, με ορισμένες διαφορές στην προέλευσή τους και στην υπηρεσιακή τους κατάσταση, στις νομικές γι’ αυτούς ρυθμίσεις και στις αρμοδιότητές τους, είναι λειτουργοί του συμβολαιογραφικού θεσμού οι οποίοι κατά την εκτέλεση των συμβολαιογραφικών τους καθηκόντων ασκούν δημοσία υπηρεσία, με αρμοδιότητα τη σύνταξη, στην ελληνική πλέον γλώσσα, κάθε είδους συμβολαίων, προσωπικού ή περιουσιακού περιεχομένου, τα οποία χρονολογούσαν με ελληνικούς και  ρωμαϊκούς αριθμούς και καταχωρούσαν σε ειδικό βιβλίο το οποίο ονομαζόταν «Πρωτόκολλο» και τα οποία παρείχαν πλήρη απόδειξη των αναφερομέ­νων σε αυτά.
36.Για τους Ταβουλάριους υπήρχε ειδική νομοθεσία επηρεασμένη από τον Χριστιανισμό, που ρύθμιζε την υπηρεσιακή τους κατάσταση, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους, καθώς επίσης και τις ποινές που τους επιβάλλονταν για παράβαση των καθηκόντων τους.
37.Η ρύθμιση αυτή σκοπό είχε την προστασία σημαντικών δημοσίων συμφερόντων, όπως είναι η πλήρης ασφάλεια στις συναλλαγές, η πρόληψη δικών και διαφορών των συναλλασσομένων και η διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής.
38.Η ενίσχυση της θέσης της Εκκλησίας στο Βυζάντιο είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν και Εκκλησιαστικοί Νοτάριοι, με αποτέλεσμα   οι νοτάριοι να διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε Πατριαρχικούς και σε Παλατίνους. Οι πρώτοι ήταν Εκκλησιαστικοί Νοτάριοι και οι δεύτεροι πολιτικοί δημόσιοι νοτάριοι. Στους τελευταίους περιλαμβανόντουσαν και νοτάριοι  που διοριζόντουσαν, βάσει συνθηκών ετεροδικίας μεταξύ του Βυζαντίου και ξένων κρατών,  από ξένους άρχοντες, με αρμοδιότητα τη σύνταξη κάθε είδους συμβολαίων.
39.Κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά την κατάληψη από τους Σελτζούκους Τούρκους εδαφών αυτής και τη δημιουργία του Σουλτανάτου του Ικονίου, μετά την ίδρυση του Βασιλείου της Αρμενίας στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, μετά την κατάληψη εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Λατίνους και τη διανομή μεταξύ Φράγκων και Ενετών των εδαφών αυτών, μετά τη δημιουργία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και τη δημιουργία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και τον  εν συνεχεία τεμαχισμό αυτού από Φράγκους, Σέρβους και Ενετούς και την εγκαθίδρυση φράγκικης, ενετικής και τούρκικης κυριαρχίας σε εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που είχε ως αποτέλεσμα το διαμελισμό της, τη διάσπαση της κρατικής συνοχής και τη συρρίκνωση της πολιτικής εξουσίας του Βυζαντίου, σε συνδυασμό και με την αύξηση της εκκλησιαστικής εξουσίας, για λόγους προστασίας του Ελληνισμού και των Ορθοδόξων Χριστιανών από επιρροές και αφομοιώσεις ξένων, αυξήθηκαν οι διορισμοί Εκκλησιαστικών Νοταρίων, οι οποίοι είχαν παιδεία και γνώριζαν ανάγνωση και γραφή και οι οποίοι αποστολή είχαν να διατηρούν το φρόνημα του πληθυσμού ελληνικό, να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα στα συμβολαιογραφικά κείμενα και να προστατεύουν τους συναλλασσομένους Χριστιανούς Ορθοδόξους και τις συναλλαγές  εφαρμόζοντας σ’ αυτές τη βυζαντινή νομοθεσία.
40.Στα ελληνικά εδάφη που τελούσαν υπό Οθωμανική κυριαρχία, οι Οθωμανοί, λόγω της διατήρησης των προνομίων της Εκκλησίας από τον Μωάμεθ, διατήρησαν τον συμβολαιογραφικό θεσμό με αρμοδιότητα των λειτουργών του, που στην αρχή ήταν εκκλησιαστικοί νοτάριοι και αργότερα και ιδιώτες, τη σύνταξη διαθηκών, προικοσυμφώνων και άλλων δικαιοπραξιών των ορθοδόξων Χριστιανών, εκτός εκείνων που είχαν ως αντικείμενο τη μεταβίβαση ακινήτων.
41.Στα ελληνικά εδάφη που τελούσαν υπό Φράγκικη κυριαρχία, οι Φράγκοι, λόγω του ότι γνώριζαν από τις Χώρες τους τη σημασία του συμβολαιογραφικού θεσμού και την ασφάλεια που παρείχε στις συναλλαγές, διατήρησαν για τις συναλλαγές το Βυζαντινό δίκαιο και το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο, καθώς επίσης και τον συμβολαιογραφικό θεσμό, με διεύρυνση μάλιστα των αρμοδιοτήτων των λειτουργών του.
42.Όπως οι Φράγκοι, έτσι και οι Ενετοί, που γνώριζαν και αυτοί από τη Χώρα τους την σπουδαιότητα του συμβολαιογραφικού θεσμού, διατήρησαν τον θεσμό αυτό στα ελληνικά εδάφη που είχαν υπό την κυριαρχία τους για λόγους δημοσίου συμφέροντος, για προστασία των συναλλαγών και των συναλλασσομένων και τον ενίσχυσαν με ειδικές διατάξεις. Στις Ενετοκρατούμενες περιοχές το αξίωμα του νοταρίου έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από την Πολιτεία και από το λαό και πολλοί Νοτάριοι, ιδίως στα Επτάνησα, απέκτησαν τίτλους ευγενείας, γράφτηκαν στο «Libro d’ oro», έγιναν μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, στο οποίο συμμετείχε μόνο το «αρχοντολόι» κάθε νησιού και το οποίο συνερχόταν μια φορά το χρόνο, τέλος Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου, για επιβολή ποινών σε παραβάτες της κοσμικής και εκκλησιαστικής νομοθεσίας και για την εκλογή του συμβουλίου των εκατόν πενήντα ευγενών και άλλων αξιωματούχων που είχαν περιορισμένη κυβερνητική εξουσία στα Επτάνησα.
43.Λίγο μετά την έναρξη του αγώνα της Εθνικής Ανεξαρτησίας των Ελλήνων, λόγω της σπουδαιότητας και της σημασίας που είχε ο συμβολαιογραφικός θεσμός για την ομαλή κοινωνική συμβίωση των Ελλήνων και την απρόσκοπτη οικονομική δραστηριότητα και πρόοδό τους, που διευκόλυνε τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, με τον νόμο 13/2.5.1822 θεσπίζονται στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας διατάξεις που ρυθμίζουν τον συμβολαιογραφικό θεσμό και αναθέτουν στους λειτουργούς του τη σύνταξη διαθηκών και συμβολαίων και καθορίζουν το περιεχόμενο και την αποδεικτική ισχύ αυτών.
44.Ακολούθως, το έτος 1827, η Εθνική Συνέλευση της Τροιζίνας , στη διάταξη για τη Διοίκηση της Ελληνικής Επικράτειας, στο άρθρο ΚΕ αυτής, ρυθμίζει τον τρόπο διορισμού των μνημόνων νοταρίων, οι οποίοι, μέχρις ότου Νόμος ήθελε καθορίσει τα προσόντα, τις αρμοδιότητες και τη διαδικασία διορισμού τους, θα εκλέγονταν απ’ ευθείας από τις Κοινότητες και θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία και τα έθιμα.
45.Μετά την επιτυχή έκβαση του Αγώνα της Εθνικής Ανεξαρτησίας των Ελλήνων και τη δημιουργία του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, ο Εθνικός Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας  επιδόθηκε αμέσως στην προσπάθεια να αποσπάσει την ελληνική κοινωνία από τις συνήθειες, τις ροπές, τις συμπεριφορές , τις νοοτροπίες, τις διαδικασίες και τις δομές του ράθυμου και μοιρολάτρη κόσμου της Ανατολής και να την εντάξει στις πολιτισμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Για το σκοπό αυτό άρχισε να υλοποιεί με γοργούς ρυθμούς τα οράματα και τις επιδιώξεις του για τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ισχυρού και αποδοτικού κράτους, ορθολογικά οργανωμένου, ικανού να ενταχθεί, το συντομότερο δυνατόν, στο σύστημα των πολιτισμένων κρατών της κεντρικής και της δυτικής Ευρώπης, ικανού να συναγωνίζεται με τα κράτη αυτά στην παιδεία, στην κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο, στις καλές τέχνες, στα δημόσια έργα, στη ναυτιλιακή, βιοτεχνική, βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα, στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή και γενικά στην οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο.
46.Για την πραγματοποίηση των επιδιώξεών του αυτών άρχισε να εκδίδει ψηφίσματα, να ιδρύει θεσμούς, να παρακολουθεί την εφαρμογή των ψηφισμάτων και τη λειτουργία των θεσμών.
47.Μεταξύ των θεσμών που ρύθμισε με ψήφισμα τη λειτουργία του ήταν και ο συμβολαιογραφικός θεσμός, τον οποίο χαρακτήρισε σπουδαίο και απαραίτητο σύστημα της πολιτείας.
48.Ο Ιωάννης Καποδίστριας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πέτυχε ένα μεγάλο και απίστευτο έργο στην οργάνωση και στη λειτουργία της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού κράτους και είναι σίγουρο ότι, ο δημιουργός της σύγχρονης Ελβετίας, που την οργάνωσε κατά θαυμάσιο τρόπο τα έτη 1813-1814, θα δημιουργούσε μια καλύτερη Ελβετία στη νοτιοανατολική Ευρώπη, μια Ελλάδα ισχυρή που θα είχε και το πλεονέκτημα από την ορεινή Ελβετία να περιβάλλεται από Ανατολή, Νότο και Δύση από θάλασσα.
49.Τα οράματα όμως και οι επιδιώξεις του Ι. Καποδίστρια για μια μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα ήταν αντίθετα με τα συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, των γαιοκτημόνων και λίγων καραβοκύρηδων, που ενώ ήταν ολιγαρχικοί και είχαν ολιγαρχικές επιδιώξεις, με απύθμενη υποκρισία, αυτοί οι αρνητές της δημοκρατίας, επεκαλούντο τη δημοκρατία για να πλήξουν  και να υπονομεύσουν το έργο του κυβερνήτη, που ήταν υπέρ του Έθνους και υπέρ του Ελληνικού λαού και σε βάρος των συμφερόντων τους. Εκτός όμως από αυτούς, υπήρχαν και τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης που ήθελαν να υπονομεύσουν τον κυβερνήτη και να ματαιώσουν το έργο του, διότι ήθελαν μία Ελλάδα μικρή, φτωχή, αδύνατη, ευάλωτη στις επιδιώξεις τους, εξαρτημένη από αυτές, έρμαιο των θελήσεών τους, γιατί δεν ήθελαν μια Ελλάδα μεγάλη, σύγχρονη, πλούσια, ισχυρή και ανεξάρτητη, που θα τους ανταγωνιζόταν στη ναυτιλία, στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στις επιστήμες, στην πνευματική, πολιτική, πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική πρόοδο.
50.Έτσι, ελληνικά χέρια και ξένος δάκτυλος σταμάτησαν άκαιρα τη ζωή του Κυβερνήτη και μαζί με αυτή και την πρόοδο της Ελλάδας και επιμήκυναν το χρόνο για να βρει η Ελλάδα τη θέση της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.
51.Το ψήφισμα με το οποίο ο Εθνικός Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας ρύθμισε τον συμβολαιογραφικό θεσμό εκδόθηκε στις 11/2/1830 και δημοσιεύθηκε με τον αριθμό 67 στις 23/3/1830 στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, στο τεύχος αρ. 25 έτους Ε’.
52.Στην εισηγητική έκθεση του ψηφίσματος αυτού, που έχει διατυπωθεί σε επτά μόνο σειρές, προκύπτει ότι ο συμβολαιογραφικός θεσμός ήταν βαθιά ριζωμένος στη συνείδηση του ελληνικού λαού, που ζητούσε τη νομοθετική του ρύθμιση, ότι ήταν αναπόφευκτη η ανάγκη του για τη κοινωνία, ότι ήταν σπουδαίο και απαραίτητο σύστημα της κοινωνίας, το οποίο λόγω της σπουδαιότητάς του αυτής έπρεπε να κανονιστεί με διατάξεις δικαίου για αποφυγή ενδεχομένων καταχρήσεων.
53.Το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του ψηφίσματος του Κυβερνήτη έχει ως εξής: «Θεωρούντες τας πανταχόθεν του κράτους οσημέραι γενομένας αιτήσεις περί καταστάσεως των μνημόνων· την αναπόφευκτον ανάγκην του τοσούτου σπουδαίου τούτου και απαραιτήτου συστήματος της κοινωνίας· και εν ταυτώ την ανάγκην να κανονισθή θετικώς το νεοείσακτον επάγγελμα τούτο προς αποφυγήν των ενδεχομένων καταχρήσεων· ακούσαντες και την γνώμην της Γερουσίας, ΨΗΦΙΖΟΜΕΝ…
54.Ακολουθεί το κείμενο του ψηφίσματος, που είναι ένας οργανισμός ή ένας κώδικας συμβολαιογράφων, το οποίο διακρίνεται για το σύντομο αλλά μεστό νοημάτων και ρυθμίσεων περιεχόμενο του και το οποίο έκτοτε αποτελεί τη βάση των μεταγενέστερων οργανισμών και κωδίκων των συμβολαιογράφων, που κατά περιόδους εκσυγχρόνισαν και εκσυγχρο­νίζουν το θεσμό, για να επιτελεί το έργο και την αποστολή που του έχει ανατεθεί.
55.Το ψήφισμα αποτελείται από πέντε κεφάλαια στα οποία περιλαμβάνονται 60 άρθρα και από παράρτημα.
56.Το πρώτο κεφάλαιο αποτελείται από τα άρθρα 1 έως 8 και πραγματεύεται τα περί μνημόνων, της εκλογής και της περιφέρειας αυτών. Από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι οι μνήμονες είναι δημόσιοι αξιωματικοί, διορισμένοι με αρμοδιότητα να συντάσσουν διαθήκες, συμβόλαια και άλλες πράξεις σε όσες τα μέρη οφείλουν ή θέλουν να δώσουν επίσημο χαρακτήρα (άρθρο 1), ότι ο μνήμονας εκλέγεται από όλα τα μέλη του Επαρχιακού Συμβουλίου ή σε έλλειψη αυτού από την Επαρχιακή Δημογεροντία (άρθρο 2), ότι ο μνήμονας πριν αναλάβει το έργο του ορκίζεται (άρθρο 3), ότι έχει σφραγίδα (άρθρο 4), ότι διορίζεται εφ’ όρου ζωής (άρθρο 6), ότι έχει ορισμένη τοπική αρμοδιότητα και ότι αν ενεργήσει σε άλλη περιφέρεια λογίζεται ως παραιτημένος (άρθρο 7), ότι το έγγραφο που θα υπογράψει εκτός της περιφέρειάς του είναι άκυρο και ευθύνεται σε αποζημίωση των μερών για τυχόν ζημία που υπέστησαν (άρθρο 8).
57.Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελείται από τα άρθρα 9 έως 36 και πραγματεύεται περί των καθηκόντων των μνημόνων, των πράξεων και των τύπων αυτών. Από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι το έργο των μνημόνων είναι ασυμβίβαστο με έργα Συνηγορικά, Δικαστικά, Διοικητικά ή Αστυνομικά (άρθρο 9), ότι ο μνήμονας οφείλει να κάνει όσες πράξεις δεν απαγορεύει ο νόμος (άρθρο 10), ότι απαγορεύεται να ενεργήσει πράξεις στις οποίες λαμβάνουν μέρος συγγενείς του ή προκύπτουν οφέλη γι’ αυτούς (άρθρο 11), ότι οι συγγενείς στους οποίους απαγορεύεται να ενεργήσει πράξεις είναι εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, μέχρι βαθμού που κωλύει το γάμο (άρθρο 12), ότι αναφέρει στην πράξη ότι γνωρίζει τα μέρη, αλλιώς βεβαιώνεται για την ταυτότητά τους από δύο μάρτυρες (άρθρο 13), ότι κάθε πράξη του μνήμονα βεβαιώνεται από δύο μάρτυρες (άρθρο 14), ότι κωλύονται να λάβουν μέρος στο συμβόλαιο ως μάρτυρες συγγενείς του μνήμονα ή των μερών μέχρι του βαθμού που κωλύει το γάμο (άρθρο 15), ότι κάθε πράξη υπογράφεται και στο τέλος κάθε σελίδας του βιβλίου από τους μάρτυρες και από τον μνήμονα (άρθρο 17), ότι οι πράξεις πριν υπογραφούν αναγιγνώσκονται μεγαλοφώνως (άρθρο 22),  ότι αν κάποιος από τα μέρη δεν ξέρει ή δεν μπορεί να αναγνώσει ή να υπογράψει, τη θέλησή του βεβαιώνουν τρεις μάρτυρες (άρθρο 23), ότι ο μνήμονας υποχρεούται να φυλάσσει τις πράξεις που συντάσσει (άρθρο 24), ότι οι διαθήκες γίνονται κατά τον ιδιαίτερο τρόπο του Νόμου περί Διαθηκών (άρθρο 25), ότι ο μνήμονας δεν δύναται να αρνηθεί σε κανέναν αντίγραφα των πράξεων που έχει λάβει μέρος, εκτός των διαθηκών ζώντων των διαθετών (άρθρο 31), ότι η αθέτηση των περιεχομένων στα άρθρα 11, 13, 14, 15, 17, 20, 23, 29 ακυρώνει την πράξη, όπως την πράξη ακυρώνει επίσης και η έλλειψη υπογραφών των μερών (άρθρο 36).
58.Το τρίτο κεφάλαιο αποτελείται από τα άρθρα 37 έως 45 και πραγματεύεται τα περί βιβλίων και υπομνημάτων των μνημόνων. Από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι ο μνήμονας κρατεί δύο βιβλία και ένα υπόμνημα. Στο ένα βιβλίο καταχωρεί τις διαθήκες και στο άλλο τις υπόλοιπες πράξεις και ότι το υπόμνημα περιλαμβάνει σημείωση των καθημερινών πράξεων του μνήμονα (άρθρο 37), ότι τα βιβλία του μνήμονα θεωρούνται από τον Διοικητή της περιφέρειας που ανήκει (άρθρο 38), ότι οφείλει να κρατά τα αρχεία του εν τάξει (άρθρο 44).
59.Το τέταρτο κεφάλαιο αποτελείται από τα άρθρα 46 έως 50 και πραγματεύεται τα περί δικάσεως των μνημόνων σε περίπτωση παράβασης των καθηκόντων τους (άρθρο 56).
60.Το πέμπτο κεφάλαιο αποτελείται από τα άρθρα 51 έως 60 και πραγματεύεται τα περί των τμηματικών αρχείων και των χαρτοφυλακίων.
61.Τέλος το παράρτημα ορίζει τον όρκο που δίνει ο μνήμονας για την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο όρκος αυτός επί λέξει είχε ως εξής: «Εν ονόματι της Αγιωτάτης και Αδιαιρέτου Τριάδος, Ορκίζομαι να διατηρώ ακριβώς όλας τας διατάξεις του παρόντος υπ’ Αρ. 67  ψηφίσματος και να διατηρώ πάντ’ άλλον νόμον ή διαταγήν της Σ. Κυβερνήσεως, εκδοθείσαν ήδη ή εκδοθησομένην, και αφορώσαν τα καθήκοντά μου».
62.Επειδή το άρθρο 25 του ψηφίσματος περί μνημόνων ανέφερε ότι οι διαθήκες γίνονται κατά τον ιδιαίτερο νόμο περί αυτών, ο Ι. Καπποδί­σ­τριας εξέδωσε στις 11/2/1830 ψήφισμα που ρυθμίζει τη διαδικασία και τις διατυπώσεις σύνταξης διαθηκών.
63.Το ψήφισμα αυτό δημοσιεύθηκε στις 2/4/1830 με αριθμό 68 στο φύλλο υπ’ αριθ. 27 έτους Ε’ της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος.
64.Το ψήφισμα περί διαθηκών αποτελείται από 63 άρθρα και από παράρτημα, καθορίζει με λεπτομέρεια τη διαδικασία σύνταξης διαθηκών, τους τύπους και την ισχύ αυτών και αποτελεί τη βάση των μεταγενέστερων νομοθετικών ρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων και του Αστικού Κώδικα, για τις διαθήκες.
65.Το ψήφισμα του Εθνικού Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια περί μνημόνων ίσχυσε τέσσερα χρόνια, από 26/3/1830 μέχρι 21/1/1834, οπότε και καταργήθηκε με τον Οργανισμό Δικαστηρίων και Συμβολαιογραφείων.
66.Το ψήφισμα περί Διαθηκών ίσχυσε ογδόντα ένα χρόνια, από 2/4/1830 μέχρι 14/5/1911, οπότε και αντικαταστάθηκε με το νόμο ΓΨΠ’ της 14-18/5/1911. Από 21/1/1834 και εφεξής μέχρι 18/1/1973 ο συμβολαιο­γραφικός θεσμός ρυθμιζόταν από τα άρθρα 166 έως 213 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογραφείων, από το νόμο 2807/24.6.1922 «Περί ειδικών στρατιωτικών συμβολαιογράφων», από τον κωδικοποιημένο Ν. 356/1936 και από σωρεία άλλων νόμων που ψηφίστηκαν στο μεταξύ διάστημα.
67.Ο Οργανισμός των Δικαστηρίων και των Συμβολαιογραφείων είναι έργο της Αντιβασιλείας και ειδικότερα είναι έργο του  μέλους της Αντιβασιλείας Γεωργίου-Λουδοβίκου Μάουερ, κορυφαίου νομομαθούς, συγγραφέα νομικών έργων, δικαστικού, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μονάχου, μυστικοσυμβούλου και συμβούλου του Βαυαρικού κράτους, ισόβιου συμβούλου της Επικρατείας και Υπουργού Δικαιοσύνης του κράτους αυτού και Ακαδημαϊκού, με σπουδές στην Χαϊδελβέργη και το Παρίσι.
68.Οι διατάξεις των άρθρων 166-213 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογραφείων που ρυθμίζουν τον συμβολαιογραφικό θεσμό, ομοιάζουν αρκετά με το ψήφισμα περί μνημόνων του Ι.Καποδίστρια, και διαφέρουν μόνο σε ορισμένα σημεία που φέρουν τη σφραγίδα του συντάκτη τους,  διακρίνονται για τη νομοτεχνική τους αρτιότητα, τη σαφή τους διατύπωση και την αυστηρότητά τους. Η αυστηρότητα των διατάξεων αυτών ήταν απαραίτητη για την ασφάλεια των συναλλαγών, λόγω των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και της νοοτροπίας εκείνης της εποχής. Οι διατάξεις των άρθρων 166-213 του Οργ. Δικ. και Συμβ. στήριξαν σε σταθερές βάσεις τον συμβολαιογραφικό θεσμό και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις περαιτέρω ενίσχυσής του.
69.Με τη διάταξη του άρθρου 166 του οργανισμού αυτού καταργήθηκε η ονομασία «μνήμονας» και καθιερώθηκε οριστικά η ονομασία «συμβολαιογράφος». Από το ίδιο άρθρο προκύπτει η σημασία που είχε για την Πολιτεία, ο συμβολαιογραφικός θεσμός και οι λειτουργοί του  χαρακτηρίζονται, όπως και επί Καποδίστρια, δημόσιοι αξιωματικοί, ενώ με τον Ν.Δ. της 4/9/1925, όσοι είχαν την άδεια να δικηγορούν κατατάσσονταν στην ιεραρχία των Δημοσίων Υπαλλήλων με το βαθμό του Ειρηνοδίκη.
70.Στο ίδιο άρθρο 166 του Οργ. Δικ. και Συμβ. ορίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου, η οποία εμπίπτει στην εκουσία δικαιοδοσία, ενώ με μεταγενέστερους νόμους  και ιδίως με διατάξεις τη Πολιτικής Δικονομίας, διευρύνθηκε η αρμοδιότητα αυτή και με πράξεις που υπάγονται στη μικτή ή αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, όπως η διενέργεια δημοσίων πλειστηριασμών, η σύνταξη πίνακα κατάταξης των δανειστών, η σύνταξη δικαστικών απογράφων κ.λπ.
71.Με το άρθρο 170 του Οργ. Δικ. και Συμβ. ορίζεται όριο ηλικίας για τον διορισμό συμβολαιογράφου το 25ο έτος και καθιερώνονται ως προϋποθέσεις διορισμού το δίπλωμα Νομικής Σχολής και διετής δικηγορική υπηρεσία.
72.Οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 166-213 του Οργ. Δικ. και Συμβ. είναι σχεδόν όμοιες με τις διατάξεις του  ψηφίσματος περί μνημόνων του Ι.Καποδίστρια με ορισμένες αποκλίσεις σε μερικά σημεία αυτών.
73.Οι διατάξεις των άρθρων 166-213 του Οργ. Δικ. και Συμβ. συμπληρώθηκαν ή τροποποιήθηκαν με διατάξεις διαφόρων νόμων και ιδίως με τον Α.Ν. 356/1936, όπως κωδικοποιήθηκε μετά από τροποποιήσεις. Με το νόμο αυτό καθορίστηκαν τα προσόντα διορισμού, τα κωλύματα διορισμού, ο αναδιορισμός, η παραίτηση, η αποχώρηση, η έκπτωση και η δυνητική παύση του συμβολαιογράφου από την υπηρεσία. Καθορίστηκε επίσης ο βαθμός και η αρχαιότητα των συμβολαιογράφων και σύμφωνα με το άρθρο 19 ορίσθηκε ότι ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, επόμενος στην ιεραρχία από τον Πρωτοδίκη, εφόσον εδρεύει σε έδρα Πρωτοδικείου και από την Ειρηνοδίκη, εφόσον εδρεύει σε έδρα Ειρηνοδικείου και ότι η αρχαιότητα των συμβολαιογράφων κρίνεται από τον χρόνο υπηρεσίας αυτών. Καθορίστηκε επίσης το θέμα της άδειας απουσίας και της αναπλήρωσης του συμβολαιογράφου, το θέμα του αριθμού των θέσεων των συμβολαιογράφων καθώς και αμοιβών αυτών. Με το άρθρο 33 του ιδίου νόμου επαναλαμβάνεται και ρυθμίζεται λεπτομερώς ο θεσμός των κρατικών συμβολαίων που είχε δημιουργηθεί το έτος 1932 με το Ν.5413/1932. Με το σκοπό αυτό καθιερώθηκε η διανομή των δικαιωμάτων από συμβόλαια των κρατικών υπηρεσιών που χαρακτηρίζονται από το νόμο «κρατικά» μεταξύ όλων των συμβολαιογράφων της ιδίας περιφερείας, στην οποία υπηρετεί ο συμβολαιογράφος που έχει συντάξει τέτοιο συμβόλαιο. Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου για τα κρατικά συμβόλαια αλλά και από τη γνωμοδότηση υπ’ αριθ. 26/16.6.1947, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η νομοθετηθείσα αρχής της κατ’ ισομοιρίαν διανομής των συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων από κρατικά συμβόλαια μεταξύ όλων των συμβολαιογράφων που υπηρετούν στην ίδια περιφέρεια, σκοπό έχει να άρει την ανισότητα μεταξύ αυτών, που οφείλεται στην κατά προτίμηση, από προσωπική συνήθως εύνοια, ανάθεση των κρατικών συμβολαίων από τις κρατικές υπηρεσίες στους αυτούς πάντοτε συμβολαιογράφους, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταντο προνομιούχοι. Σύμφωνα επίσης με την ανωτέρω γνωμοδότηση εκ του σκοπού και του πνεύματος του νόμου επιβάλλεται ευρυτάτη ερμηνεία των διατάξεων περί κρατικών συμβολαίων. Με τον ίδιο νόμο ρυθμίστηκε λεπτομερώς η οργάνωση και ο σκοπός των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, ο τρόπος σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης και απαρτίας αυτής  και ο τρόπος εκλογής του Προέδρου και των Μελών των Διοικητικών Συμβουλίων αυτών. Οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι είχαν συσταθεί το έτος 1931 βάσει του Ν.4893/1931 και του Εκτελεστικού αυτού Διατάγματος από 23/29.5.1931.
74.Παρά τις ουσιώδεις συμπληρώσεις και τροποποιήσεις που έγιναν στη νομοθεσία που αφορά τον συμβολαιογραφικό θεσμό, ιδίως κατά την περίοδο των ετών 1936 – 1958, στο τέλος της δεκαετίας του 1950 προέκυψε ανάγκη να συνταχθεί νέος Κώδικας Συμβολαιογράφων, για να περιληφθεί σε ενιαίο κείμενο η νομοθεσία που αφορά τον συμβολαιογραφικό θεσμό, που ήταν διάσπαρτη σε διάφορους νόμους. Έτσι, το έτος 1958 με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, σε εκτέλεση σχετικής πρόβλεψης νόμου για την τροποποίηση, συμπλήρωση και κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο της νομοθεσίας περί συμβολαιογράφων, συμβολαιογραφικών συλλόγων, Ταμείου Ασφάλισης Συμβολαιογράφων και περί Υποθηκοφυλακείων, συγκροτήθηκε ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, η οποία κατήρτισε σχέδιο Συμβολαιογραφικού Κώδικα, το οποίο όμως κρίθηκε, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης , ότι ήθελε αναπροσαρμογή κι έτσι το έτος 1964 συγκροτήθηκε άλλη επιτροπή, η οποία προέβη στη σύνταξη νέου σχεδίου Κώδικα Συμβολαιογράφων το οποίο, αφού υπέστη επεξεργασία επί επταετία και προσαρμογή στις εν τω μεταξύ νομοθετικές και πολιτικές συνθήκες που προέκυψαν (δικτατορία των Συνταγματαρχών), ψηφίστηκε στις 17/18.1.1973 ως Ν.Δ. και έλαβε τον αριθμό 1333. Το Ν.Δ. 1333/1973 κατήργησε τις διατάξεις περί Συμβολαιογράφων του Οργ. Δικ. και Συμβ. και των μεταγενεστέρων αυτού νόμων και ίσχυσε ως Κώδικας Συμβολαιογράφων από 18/3/1973.
75.Στον κώδικα αυτό ενσωματώθηκαν οι διατάξεις για τους στρατιωτικούς συμβολαιογράφους, για τους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους, δεν έγινε όμως νομοθετική ρύθμιση για το Τ.Α.Σ., διότι αυτό εν τω μεταξύ είχε υπαχθεί στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, ούτε περιελήφθησαν σε αυτόν διατάξεις περί Υποθηκοφυλακείων, διότι κρίθηκε ότι για το θέμα αυτό έπρεπε να συνταχθεί ιδιαίτερος κώδικας.
76.Ο Κώδικας περί Συμβολαιογράφων του Ν.Δ. 1333/1973 διακρινόταν για την ορθή νομοτεχνική δομή του, για τάσεις απλούστευσης της διαδικασίας σύνταξης των συμβολαιογραφικών πράξεων, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμβολαιογράφων και των συμβαλλομένων, για τάσεις αναβάθμισης του συμβολαιογραφικού λειτουργήματος, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον συμβολαιογράφο άμισθο δικαστικό λειτουργό και για τάσεις εκσυγχρονισμού του συμβολαιογραφικού θεσμού.
77.Στην πρακτική του όμως εφαρμογή οι διατάξεις του για την απλούστευση της διαδικασίας σύνταξης των συμβολαιογραφικών πράξεων αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και δεν βοήθησαν όσο έπρεπε την ασφάλεια και την ταχύτητα των συναλλαγών, ενώ ορισμένες αδυναμίες που είχε από διατάξεις που ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένες με το πνεύμα της εποχής που ψηφίστηκε, κατέστησαν αναγκαία την κατάργησή του και την ψήφιση νέου κώδικα.
78.Για το λόγο αυτό, από τις πρώτες ημέρες που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη Χώρα, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συγκροτήθηκε επιτροπή για την κατάρτιση νέου Κώδικα Συμβολαιογράφων, με σκοπό την απλούστευση της διαδικασίας σύνταξης των συμβολαιογραφικών πράξεων και τον εκσυγχρονισμό του συμβολαιογραφικού θεσμού.
79.Η επιτροπή περάτωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα το έργο της και με το Ν. 670/1977 ψηφίστηκε νέος Κώδικας Συμβολαιογράφων, ο οποίος κατήργησε τον κώδικα του Ν.Δ.1333/1973, απλούστευσε και επιτάχυνε τις διαδικασίες σύνταξης των συμβολαιογραφικών πράξεων, περιόρισε τις ακυρότητες και ενίσχυσε τον εκσυγχρονισμό του συμβολαιογραφικού θεσμού.
80.Ο Κώδικας περί Συμβολαιογράφων του Ν. 670/1977 ίσχυσε μέχρι την 16/5/2000 έτους, οπότε αντικαταστάθηκε με νέο κώδικα, ο οποίος ψηφίστηκε με το Ν. 2830/2000 και ισχύει, όπως έχει διαμορφωθεί μετά από τροποποιήσεις, ως Κώδικας Συμβολαιογράφων.
81.Απ’ όσα έχουν προαναφερθεί, προκύπτει ότι ο συμβολαιογραφικός θεσμός σε όλη την ιστορική διαδρομή του σκοπό και αποστολή είχε τη μνήμη και την απόδειξη μιας συναλλαγής και του περιεχομένου αυτής.
82.Μέχρι του έτους 1836 αποκλειστικός σκοπός της ύπαρξης του συμβολαιογραφικού θεσμού ήταν η έγγραφη πιστοποίηση μιας συναλλαγής και του περιεχομένου αυτής, καθώς και η αποφυγή διενέξεων, διαφορών και δικών των συναλλασσομένων και η διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής. Μέχρι το έτος 1836 ήταν αποκλειστικά θεσμός της ασφάλειας των συναλλαγών και της προληπτικής δικαιοσύνης.
83.Από το έτος όμως 1836 και μετά, ο συμβολαιογραφικός θεσμός, εκτός από θεσμός της προληπτικής δικαιοσύνης, γίνεται και δημοσιονομικός θεσμός, διότι διευρύνθηκαν οι σκοποί του με την ανάθεση στους λειτουργούς του και φορολογικών αρμοδιοτήτων. Με την ανάθεση φορολογικών αρμοδιοτήτων στους λειτουργούς του ο συμβολαιογραφικός θεσμός ενισχύει τη θέση του στο σύστημα και την οργάνωση του κράτους.  Με το άρθρο 44 του Νόμου ΑΚΧΕ περί χαρτοσήμου του έτους 1836, έγινε υποχρεωτική, ενώ ήταν προαιρετική, η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύσταση, αλλοίωση και μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτων. Η διάταξη αυτή περιελήφθη αργότερα στον Αστικό Κώδικα ως άρθρο 369 αυτού, με προσθήκη σ’ αυτό και της κατάργησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων στις δικαιοπραξίες οι οποίες γίνονται υποχρεωτικά με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
84.Σκοπός της διάταξης αυτής ήταν η σύλληψη και ο έλεγχος της φορολογητέας ύλης στις μεταβιβάσεις ακινήτων, οι οποίες μέχρι τότε διέφευγαν της φορολογίας. Η σύλληψη και ο έλεγχος της φορολογητέας ύλης στις μεταβιβάσεις ακινήτων μόνο μέσω του συμβολαιογραφικού εγγράφου μπορούσε να επιτευχθεί και μόνο ο συμβολαιογράφος, ως δημόσιος λειτουργός,  μπορούσε να  συμβάλλει στην επιτυχία του σκοπού αυτού.
85.Η διάταξη αυτή είχε καταλυτική σημασία για το μέλλον, την πορεία, την εδραίωση και το δυνάμωμα του συμβολαιογραφικού θεσμού.
86.Ο συμβολαιογραφικός θεσμός, εκτός από θεσμός της προληπτικής δικαιοσύνης, έγινε και δημοσιονομικής θεσμός και ο συμβολαιογράφος, εκτός από λειτουργός της προληπτικής δικαιοσύνης, έγινε και επικουρικό όργανο του κράτους στην είσπραξη φορολογικών εσόδων και στην άσκηση της δημοσιονομικής του πολιτικής.
87.Με τη διάταξη αυτή ο συμβολαιογραφικός θεσμός μέσα στο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους στηρίζεται πλέον σε δύο γερούς και σταθερούς πυλώνες. Οι πυλώνες αυτοί είναι η προληπτική δικαιοσύνη που υπηρετεί και η δημοσιονομική πολιτική που επικουρεί. Οι πυλώνες αυτοί τον θωρακίζουν ασφαλώς από κινδύνους που τον απειλούν και κατά καιρούς εκδηλώνονται από όργανα της πολιτείας, που από άγνοια για τη σοβαρότητα της αποστολής που έχει και του έργου που επιτελεί, διατυπώνουν απαράδεκτες απόψεις που αποβλέπουν στην αποδυνάμωσή του και που αν εφαρμοστούν θα πλήξουν την ασφάλεια των συναλλαγών και θα βλάψουν καίρια κρατικά συμφέροντα.
88.Πέραν όμως της ενίσχυσης αυτής του συμβολαιογραφικού θεσμού με τη φορολογική νομοθεσία, ο συμβολαιογραφικός θεσμός ενισχύθηκε περαιτέρω με νεώτερους νόμους και διηύρυνε τα όρια συμμετοχής του στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, με αποτέλεσμα το μέλλον του να διαγράφεται ευοίωνο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι λειτουργοί του θα αξιοποιήσουν τη δυνατότητα που τους έχει παρασχεθεί για την βιωσιμότητα του θεσμού.
89.Με τους νόμους αυτούς, μέσω των συμβολαιογράφων, το κράτος ελέγχει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών για κληρονομίες, μισθώσεις ακινήτων, μεγάλη ακίνητη περιουσία, για έσοδα των Δήμων και Κοινοτήτων, κοινωφελών οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων.
90.Με τους νόμους αυτούς το Κράτος μέσω των συμβολαιογράφων, για την πρόληψη οικολογικών καταστροφών ελέγχει την ορθή εφαρμογή των νόμων για τα δάση, ελέγχει την ορθή εφαρμογή των νόμων για την ασφάλεια της Χώρας στις μεταβιβάσεις ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, ελέγχει την αγροτική πολιτική για τα κληροτεμάχια, ελέγχει την ορθή εφαρμογή των πολεοδομικών διατάξεων με σκοπό τη λειτουργία ενός καλύτερου οικιστικού περιβάλλοντος κ.λπ.
91.Με τους νόμους αυτούς, ο συμβολαιογραφικός θεσμός βυθίζει ολοένα και περισσότερο τις ρίζες του και επεκτείνει τις αρμοδιότητές του και τις εξουσίες του στο σύστημα της οργάνωσης και της λειτουργίας του κράτους, προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στους ιδιώτες, στην κοινωνία, στην οικονομία, στο κράτος, στο περιβάλλον, αυξάνει την ισχύ του και διασφαλίζει την ύπαρξή του όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
92.Η συνεχής πρόοδος της επιστήμης και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, οι ανάγκες της κοινωνίας για ακόμη περισσότερη ασφάλεια στις συναλλαγές και προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών από παράνομες πράξεις και οι αυξανόμενες ανάγκες του κράτους για εφαρμογή μιας σύνθετης και σύγχρονης πολιτικής στον τομέα της προληπτικής δικαιοσύνης και στη φορολογία για τη σύλληψη και τον έλεγχο της φορολογητέας ύλης και την είσπραξη φορολογικών εσόδων και για την εφαρμογή νόμων για το περιβάλλον, για τα δάση, για την ασφάλεια της Χώρας κ.λπ. επιφυλάσσει στους συμβολαιογράφους νέες αρμοδιότητες, που θα καταστήσουν  τον συμβολαιογραφικό θεσμό ακόμη περισσότερο απαραίτητο στην κοινωνία, στην οικονομία και στο κράτος, υπό την προϋπόθεση ότι οι λειτουργοί του θα ενεργούν σύμφωνα με τα συμφέροντα του θεσμού.
93.Αυτός είναι ο Ελληνικός Συμβολαιογραφικός θεσμός, αυτή είναι η ιστορική του διαδρομή, οι σκοποί του, το έργο του και η αποστολή του.
94.Συμβολαιογραφικοί όμως θεσμοί έχουν αναπτυχθεί και υπάρχουν σε όλα τα κράτη της υφηλίου, με διαφορετικό σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας κατά περίπτωση.
95.Οι συμβολαιογραφικοί θεσμοί που ισχύουν στα διάφορα κράτη της γης κατατάσσονται σε τρία συστήματα συμβολαιογραφίας. Το πρώτο σύστημα, που είναι το πληρέστερο και το αρχαιότερο, είναι το βυζαντινορωμαϊκό ή λατινικό σύστημα συμβολαιογραφίας. Στο σύστημα αυτό ανήκει και ο Ελληνικός συμβολαιογραφικός θεσμός, ο οποίος είναι ο πληρέστερος όλων των θεσμών που υπάγονται στο σύστημα αυτό. Το δεύτερο σύστημα συμβολαιογραφίας είναι το Αγγλοσαξονικό. Διαφέρει πλήρως ως προς την οργάνωση, τη λειτουργία και την αποστολή από το βυζαντινορωμαϊκό ή λατινικό σύστημα, είναι ατελές στην οργάνωσή του, δεν παρέχει ασφάλεια στις συναλλαγές και αυτοί που το υπηρετούν δεν είναι δημόσιοι λειτουργοί, αλλά απλοί επαγγελματίες που ασκούν ένα επάγγελμα και όχι ένα λειτούργημα, χωρίς τα προσόντα, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες που έχουν οι λειτουργοί του πρώτου. Το τρίτο σύστημα είναι ανώνυμο και διασκορπισμένο σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, διότι ο σκοπός και η αποστολή του συμβολαιογραφικού θεσμού στο σύστημα αυτό εκπληρώνεται από διάφορα όργανα της Πολιτείας, που τους έχουν ανατεθεί δικαστικά κυρίως ή διοικητικά καθήκοντα.
96.Στη σημερινή εξέλιξη της οικονομίας, με τη διεύρυνση των συναλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο, την πρόοδο των τεχνικών μέσων επικοινωνίας και μεταφορών, δημιουργείται ένα πλέγμα συναλλαγών στο οποίο εμπλέκονται, σε αρκετές περιπτώσεις, και τα τρία συστήματα συμβολαιογραφίας.  Για το λόγο αυτό είναι χρήσιμη, ιδίως από τους Έλληνες συμβολαιογράφους, η  μελέτη όχι μόνο του δικού μας συμβολαιογραφικού θεσμού αλλά και των άλλων θεσμών για να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων τους αλλά και για να προστατεύονται τα ελληνικά συμβολαιογραφικά συμφέροντα και τα συμφέροντα της συμβολαιογραφίας βυζαντινορωμαϊκού ή λατινικού τύπου από τις εξελίξεις στο τομέα των συναλλαγών και της ασφάλειας αυτών και από τι συγκρίσεις των συστημάτων συμβολαιογραφίας.
97.Είναι επίσης χρήσιμη η μελέτη των συμβολαιογραφικών θεσμών βυζαντινορωμαϊκού ή λατινικού τύπου που ισχύουν  σε διάφορα κράτη, διότι και αυτοί σε αρκετά στοιχεία διαφέρουν μεταξύ τους και υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας αυτών. Ιδίως σήμερα που μετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι απαραίτητη η μελέτη των συμβολαιογραφικών θεσμών των κρατών-μελών της Ένωσης για να είμαστε σε θέση να προστατεύουμε τα ελληνικά συμβολαιογραφικά συμφέροντα και για να είμαστε έτοιμοι να μετέχουμε δυναμικά και δημιουργικά στο Ευρωπαϊκό συμβολαιογραφικό γίγνεσθαι, το οποίο μπορεί να επηρεαστεί από μία τυχόν σύγκλιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης   για τους συμβολαιογράφους ή από οποιαδήποτε τυχόν άλλη ρύθμιση του συμβολαιογραφικού θεσμού.

Συνημμένα αρχεία: